Ανεμος (Ενταση – Διεύθυνση – Ριπή)


Υπολογισμένοι δείκτες

Δείκτης Θερμότητας
Σημείο Δρόσου


 

Αρθρα

Από μία διαφορετική θεώρηση …

«Πέρασε κι αυτό το Πάσχα!»

Το ακούω πολλές φορές και συχνά λυπάμαι. Γιατί βλέπω πως το Πάσχα ήρθε και πέρασε, πολλοί όμως συνεχίζουν να είναι οι ίδιοι και χειρότεροι. Αν το Πάσχα τους είχε αγγίξει, θα ήταν πραγματικά καλύτεροι.

Και πρέπει να σας πω ότι είναι τραγικό αυτό που γίνεται, γιατί βλέπει κανείς ανθρώπους πάσης ηλικίας -να ξεκινήσω από τους μεγάλους- βλέπει κανείς ανθρώπους ηλικιω­μένους που, παρόλο που γέρασαν, εξακολουθούν να είναι δύσκολοι για τους γύρω τους· γκρινιάρηδες, εγωιστές και απαιτητικοί. Αυτοί οι άνθρωποι γέρασαν, αλλά Πάσχα δεν κατά­λαβαν. Γιατί, αν είχαν καταλάβει, θα είχε μαλακώσει η ψυχή τους, θα είχε ομορφύνει η καρδιά τους, θα ήταν άνθρωποι ευλογίας, που με την παρουσία τους θα παρηγορούσαν.

Λυπάμαι που σας το λέω, αλλά έτσι ζουν και πολλές χριστιανικές οικογένειες! Λένε πως πιστεύουν, γιορτάζουν, μπορεί και τη βραδιά της Ανάστασης η καρδιά να νιώσει κάτι από αυτόν τον παροξυσμό της αγάπης τού Θεού, που έπαθε για χάρη μας και νίκησε τον θάνατο, επιστρέφουν όμως γρήγορα, ακόμη και την ίδια νύχτα, στη μιζέρια, στην γκρίνια, στα πεζά. Έχω δει ανθρώπους να χαλάνε τη μέρα τους, επειδή δεν καλοψήθηκε το αρνί ή επειδή, στο τραπέζι της αναστάσιμης Κυριακής, λέχθηκε μια κουβέντα παραπάνω!

Τουλάχιστον εμείς, που υποτίθεται έχου­με πόθο να φτάσουμε στην ουσία της πίστης μας, θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι δεν χω­ρούν ημίμετρα. Το Ευαγγέλιο το λέει καθαρά: «Το καινούργιο κρασί δεν το βάζουμε σε πα­λιά ασκιά» (Ματ. 9, 17). Δεν μπορεί, λοιπόν, το κρασί της Ανάστασης, της αγάπης και της ζωής να χωρέσει στα ασκιά τού εγωισμού και της μικρότητας. Γι’ αυτό το Πάσχα περνάει, αλλά δεν μας ακουμπάει! Δεν το κάνουμε προσωπική μας υπόθεση! Δεν κάνουμε το Πάσχα ζωή μας! Γι’ αυτό δεν αλλάζουμε ήθος και στάση ζωής!

(†) Του Μητροπ. Σισανίου και Σιατίστης Παύλου

Πηγή

Ο πραγματικός Θεός της ορθόδοξης πίστης μας

 
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
 
Είναι γεγονός πως πολλοί από εμάς θα θέλαμε τον Θεό πιο δυναμικό, πιο άμεσο, πιο πάνοπλο, πιο αποτελεσματικό στις νίκες κατά των εχθρών μας, των αντιδίκων μας, των ειρωνευτών μας, των επιβουλευτών μας. Θα επιθυμούσαμε ένα Θεό κυρίαρχο, εξουσιαστή, καταστροφέα των ασεβών αρνητών και αντιπάλων του. Έτσι κι εμείς θα κυκλοφορούσαμε με ψηλά το κεφάλι, υπερήφανοι για τον πανίσχυρο Θεό που ακολουθούμε, προνομιούχοι για τον Θεό που έχουμε.

Όμως, αν καλοσκεφθούμε, εμβαθύνουμε και προσέξουμε, θα δούμε ότι μέσα από τις δοκιμασίες μας έχουμε την πραγματική αίσθηση της μικρότητός μας και της μεγαλοσύνης του Θεού Πατέρα. Παρά τις όποιες κατακτήσεις, επιτυχίες και νίκες ο άνθρωπος παραμένει μικρός, για να διατηρείται στην ωραία ασφάλεια της αγίας ταπεινώσεως. Η μεγαλειότητα της μεγαλοσύνης του Θεού υπάρχει και μέσα στις νομιζόμενες από εμάς ήττες του. Καλούμεθα, αγαπητοί μου, να υποψιαστούμε τον πραγματικό Θεό της ορθοδόξου πίστεώς μας, και όχι ένα Θεό ανάμεσα στους θεούς των θρησκειών και των ανθρώπινων κατασκευών και φαντασιών.

Είναι πράγματι, αδελφοί μου, ένα συγκλονιστικό σκάνδαλο ο Θεός που μας παρουσίασαν οι ιεροκήρυκες στις εκκλησίες μας, οι κατηχητές στα κατηχητικά σχολεία, οι δάσκαλοι με τα θρησκευτικά βιβλία στα σχολεία και οι ευσεβείς γονείς στα σπίτια μας ως παντοδύναμο και πανίσχυρο ν’ απουσιάζει, να σιωπά, να κρύβεται από σεισμούς, πυρκαγιές, ναυάγια, αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, θανάτους παιδιών και νέων.

Η επικράτηση του κακού, η επιβράβευση της κακίας, η άνοδος των ανάξιων, η ευημερία των άτιμων, η ανάδειξη των παρανομούντων γεμίζουν το νου του ανθρώπου πικρούς λογισμούς, παραζάλη, αθυμία, στενοχώρια, αίσθηση εγκατάλειψης, απουσίας του Θεού. Γιατί δεν μιλά; Γιατί δεν παρεμβαίνει; Γιατί δεν παρουσιάζεται; Δεν περίμεναν ποτέ αυτή την εγκατάλειψη από τον Κύριο και Θεό τους, τον Ουράνιο πατέρα τους.

Όμως ο Θεός υπάρχει, σε πείσμα όλων των αντιφρονούντων. Υπάρχει σε όλες τις εστίες του άφατου πόνου, της πιο υψηλής τραγωδίας. Υπάρχει όχι ασφαλώς ως δημιουργός και αίτιος του κακού και του πόνου, όχι ως ένας ανεύθυνος θεατής του ανθρώπινου πόνου, αλλά ως ένας πατέρας που πονά και προσδοκά. Πονά για την κατάχρηση της ελευθερίας, που έδωσε ο ίδιος απλόχερα στα αγαπητά τέκνα του, για την αμετανοησία παρά τις δοκιμασίες των παιδιών, για την αγάπηση των παθών και της κακίας και όχι των αρετών και της ευλογημένης κι ευφρόσυνης πνευματικής ζωής.

Γιατί άραγε μας παιδεύει ο Θεός; Δεν μας αγαπά; Γιατί μας έπλασε; Δεν είναι δίκαιος; Μα, μας τα είπε από νωρίς ξεκάθαρα, με κάθε σαφήνεια και ακρίβεια. Ο δρόμος που θ’ ακολουθήσετε θα ’ναι στενός και ανηφορικός, θα οδηγήσει όμως σε άπλα και ευρυχωρία. Ο πλατύς δρόμος που ακολουθεί ο πολύς κόσμος, θα οδηγήσει σίγουρα σε γκρεμό. Διαλέξτε και πάρτε.

Ο Χριστός μπορούσε ν’ αποφύγει τη σταύρωση. Δεν το έκανε. Στον σταυρό του γράφουμε: Ο Βασιλεύς της Δόξης! Ο Χριστός δοξάσθηκε στον σταυρό. Έμβλημα του χριστιανισμού είναι ο τίμιος σταυρός του Χριστού.

Αυτό έχει μία ιδιαίτερα μεγάλη σημασία. Μερικοί σήμερα μοντέρνοι θεολόγοι θέλουν να μιλούν για έναν ασταύρωτο, αντιασκητικό, άκοπο και άμοχθο χριστιανισμό. Μιλούν για τη μετανεωτερική θεολογία, για τη θεολογία του έρωτος, της χαράς και της απελευθερώσεως.

Ο τάφος του Χριστού καθίσταται ζωοπάροχος. Με τον θάνατό του νίκησε τον θάνατο, έδωσε αφοβία θανάτου, ζωή στους κεκοιμημένους, μας εισήγαγε στην ατελεύτητη ζωή.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους.
Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Το 1908 ήταν μια χρονιά – ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.

Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.
Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!

Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 350.000.

Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.

Με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Πηγή:

Η Ορθόδοξη Οικολογία

Η πρόοδος του κόσμου κατά τη σύγχρονη κοινωνική φιλοσοφία είναι η προϊοντοποίηση της φύσης, αυτό που το ονόμασαν και αειφορία. Ο κόσμος βλέπει προς ένα ιδανικό, που κάνει τα πάντα να δίνουν προϊόντα χρήσιμα στους ανθρώπους με την έννοια της συγκεκριμένης χρησιμότητας σε αγαθά καινούργια που με την όψη τους και το σχήμα τους να μην προδίδουν οπωσδήποτε τη φυσική τους προέλευση. Η γυμνή εικόνα της πρωτογενούς φυσικής κατάστασης των βιομηχανικών προϊόντων αποτελεί δείγμα αδυναμίας του σύγχρονου ανθρώπου να υποτάξει και να μεταποιήσει τη φύση και γι’ αυτό προδίδει καθυστέρηση.

Τα πάντα στην εποχή μας τα θέλουμε μεταποιημένα, με σχήματα γεωμετρικά και χρώματα όχι φυσικά. Ακόμη αγαπούμε τις μηχανικές συνθέσεις, τις αφύσικες μεγάλες ταχύτητες, τις ρυθμιζόμενες αυτόματα λειτουργίες, που να καθιστούν περιττό και τον άνθρωπο ακόμα. Τα τρόφιμα τυποποιημένα ή σε κύβους, κι από τα ζωικά τρόφιμα τα φιλέτα και τα επεξεργασμένα όπως πάστα ψαριού, ελιάς, κύβους κρεατόσουπας, σκόνες λαχανόσουπας και άλλα τέτοια, που βρίσκουμε στα ράφια των σούπερ μάρκετ και μας αρέσουν κιόλας, μας βολεύουν και τα προτιμούμε. Θυσιάσαμε ακόμα και την εκφραστικότατη λέξη “παντοπωλείο” με τη βάρβαρη σούπερ μάρκετ, γιατί λατρεύουμε κάθε σούπερ.

Και στην καλλιτεχνική ζωή αναζητούμε τα σούπερ ταλέντα κι αν δεν υπάρχουν τα κάνουμε σούπερ με την προβολή και τη διαφήμιση· και στην πολιτική αναζητούμε τα σούπερ συστήματα. Όσο η δημοκρατία εμφανίζεται ως σούπερ μετά τη συντριβή των ολοκληρωτικών συστημάτων, όλοι καμαρώνουμε γι’ αυτήν. Όταν όμως με την κατάχρησή της πέφτουμε σε οικονομική κρίση, ξαναγυρίζουμε τις προτιμήσεις μας προς τα ολοκληρωτικά ακραία κόμματα. Ποιος δεν θυμάται ότι στις αρχές του 20ού αιώνα τα ολοκληρωτικά συστήματα ήταν το καμάρι όλων και ιδιαίτερα των διανοούμενων;

Ένας τέτοιος σούπερ πολιτισμός συμπεριφέρεται στη φύση ως επιβήτορας και δεν συγκρατείται με τίποτα. Όλες οι δραματικές εκκλήσεις για τη σωτηρία της φύσης πέφτουν στο κενό, γιατί προκαλούν τη χλεύη του ρομαντισμού. Όλοι ονειρεύονται εργοτάξια και εργοστάσια που να μεταποιούν τη φύση σε τυποποιημένα προϊόντα.

Βέβαια μέσα στις κοινωνίες του πολιτισμού ακούγονται και κραυγές για τη σωτηρία του περιβάλλοντος (είδατε πώς ντρέπονται να πούνε σωτηρία της φύσης;) και γίνονται συνέδρια και υπογράφονται δεσμευτικές συμφωνίες για μείωση των ρύπων, συμφωνίες που δεν εφαρμόζονται. Ποιος θα εμποδίσει έναν αστό να έχει όνειρο τουλάχιστον ένα πανάκριβο αυτοκίνητο; Τα ιδανικά κυβερνούν τον κόσμο και το αιώνιο κοινωνικό αγαθό είναι ο πλούτος, ο πλούτος μάλιστα σε αγαθά όχι φυσικά αλλά μεταποιημένα και τυποποιημένα.

Αν προσπαθήσουμε να υποτάξουμε το παραλήρημα του πολιτισμού και να αγαπήσουμε και να σεβαστούμε τη φύση, πρώτα θα γίνουμε αληθινά ευσεβείς (θρήσκοι το λέει ο λαός) και στη συνέχεια φτωχότεροι με όλες τις συνέπειες της φτώχειας.

Αν οι αρχαίοι Αθηναίοι αποφάσιζαν να σεβαστούν τη μαρμάρινη καλλονή της Πεντέλης, θα είχαν πολύ λιγότερα μαρμάρινα αγάλματα και ναούς, κι αν αποφάσιζαν να αγαπήσουν τα καταπράσινα πευκοδάση, θα είχαν πολύ λιγότερες τριήρεις και στρογγυλά πλοία, για να φέρνουν στον Πειραιά τα κουρσεμένα πλούτη και τα ανδράποδα της Μήλου. Και οι πλούσιοι βέβαια θα γίνονταν λιγότερο πλούσιοι αλλά οι φτωχοί δεν θα είχαν περιθώρια να γίνουν φτωχότεροι.

Τέτοια πράγματα όμως, όπως έχει αποδείξει η Ιστορία, δεν τ’ αποφασίζουν οι άνθρωποι μέσα σε μια κρίση ηθική. Μόνο κάποια ανάγκη θα μπορούσε να συγκρατήσει το βέβηλο χέρι του πολιτισμού να μεταποιήσει το περιβάλλον. Έτσι λ.χ. διατηρήθηκαν παραδοσιακά οικοδομήματα σε πόλεις, που γνώρισαν την απερίγραπτη φτώχεια όπως το Αργυρόκαστρο στη Βόρεια Ήπειρο, έτσι γλύτωσαν τις καμινάδες των εργοστασίων κάποιες γωνιές της Αφρικής, που δεν κατόρθωσαν ακόμα ν’ αναπτυχθούν.

Και τώρα μέσα στον μεταποιημένο αστικά και τουριστικά κόσμο γιγαντώσαμε την κατάθλιψη, πλουτίσαμε τους ψυχιάτρους, ξετσιπωθήκαμε από τη γύμνια, για να νιώσουμε κάποιες σύντομες και αμφίβολες ηδονές, σβήσαμε τα λαϊκά έθιμα και τα κάναμε σόου για τουριστική ψυχαγωγία και βρωμίσαμε τα νερά και τον αέρα ακόμα, που αναπνέουμε. Και όπως είδαμε, η κατάσταση πια είναι μη αναστρέψιμη. Μπορεί μόνο ν’ αναστραφεί σε μεμονωμένες καρδιές μέσω της μετάνοιας η βαρβαρότητα του πολιτισμού. Και γι’ αυτό χρειάζεται να βάλει το χέρι του ο Θεός.

Βέβαια σχετικά με τη διαχείριση του περιβάλλοντος το κακό προέκυψε από τις γιγαντιαίες διαστάσεις που πήρε η χρήση των φυσικών πόρων, χρήση που εξελίχτηκε σε κατάχρηση και παράχρηση. Όταν ο άνθρωπος έφτασε να μην έχει άλλο σκοπό από την κατανάλωση και άλλο ιδανικό από την κατάκτηση, απογύμνωσε την ψυχή του από την ευχαριστία στο δημιουργό-δωρητή, δεν άφησε χρόνο και διάθεση πνευματικής ζωής, ξέχασε ότι προορισμός του είναι η μετάβαση από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.

Αν ο σκοπός της ζωής μας είναι η θέωση, μπορούμε να “μεταλαμβάνουμε” –όχι να καταβροχθίζουμε– τα δώρα της φύσης και μάλιστα “μετ’ ευχαριστίας”. Δηλαδή μπορούμε να συντηρούμαστε με πολύ λιγότερη κατανάλωση απ’ αυτή που γίνεται στις μέρες μας. Η στατιστική διαπίστωση ότι οι πεινασμένοι λαοί αυξάνονται ραγδαία και μειώνονται οι χορτάτοι ακατάσχετα, είναι μια κραυγαλέα διάψευση των κοινωνιολογιών του ανεπτυγμένου κόσμου και επίσης κραυγαλέα προειδοποίηση. Το λυπηρό είναι ότι η προπαγάνδα του δυτικού πολιτισμού έκανε όλους τους λαούς να μη στοχάζονται αλλά να βλέπουν με τα μάτια των δυτικών κι αυτοί. Έτσι και οι φτωχοί λαοί δυτικοποιούνται.

Μεγάλη ευθύνη πέφτει στους ώμους των Ορθόδοξων Χριστιανών, που μπορούν να εφαρμόσουν και να διαδώσουν την Ορθόδοξη Οικολογία, που κάνει χρήση και όχι κατάχρηση των φυσικών πόρων, που συνιστά την “μετάληψη μετ’ ευχαριστίας”, που μπορεί ο άνθρωπος να στηρίζει την ευτυχία του κυρίως στα πνευματικά του βιώματα. Ας αξιωθούμε λοιπόν με τη χάρη του Θεού να δείξουμε και να μιλήσουμε στον κόσμο για την Ορθόδοξη Οικολογία.
 
του Κωνσταντίνου Γανωτή
 
Πηγή
 

Κυριακή των Βαΐων. Θαύμα του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού και Τυφλού

 
Σάββατο Λαζάρου.
Το τηλέφωνο του Ιερέα «χτυπάει».
Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής η κ. Κ.
«-Πάτερ, ευλογείτε. Λέγομαι Κ..
Η μητέρα μου βρίσκεται σε βαριά κατάσταση στον θάλαμο κόβιντ του Νοσοκομείου.
Επιθυμεί διακαώς να κοινωνήσει.
Το ίδιο επιθυμώ και εγώ, για εκείνη.
Είναι πιστή γυναίκα.
Πιστεύω, ότι περιμένει να κοινωνήσει, για να «φύγει» έτοιμη.
Το θέλει πολύ.
Αιμορραγεί συνεχώς, λίγες οι ώρες της».
«- Πολύ ευχαρίστως, κ. Κ..
Αύριο, Κυριακή, θα της πάω μετά την Θ. Λειτουργία να μεταλάβει Σώμα και Αίμα Χριστού».
Το τηλέφωνο κλείνει.
 
Ο Ιερέας γνωρίζει.
Τόσο ο αγροτικός γιατρός Μ., με τον οποίο έχει μιλήσει τα προηγούμενα 24 ωρα, όσο και η Διευθύνουσα και ο Διοικητής, απαγορεύουν ρητώς, την είσοδο του Ιερέα στον θάλαμο κόβιντ. Φόβοι, φοβίες, ισοπεδωτικά πρωτόκολλα, που δεν γνωρίζουν από πνευματικές ανάγκες, λίγο η διανοητική μόλυνση από τα Μ.Μ.Ε., λίγο η απιστία, ορθώνουν τείχη τεράστια μπροστά τους.
 
Σώμα και Αίμα Χριστού;
Ιερέας;
Πνευματική ανάγκη;
Τελευταίο εφόδιο ψυχής;
Άγνωστες και πρωτάκουστες έννοιες.
Ίσως, και ενοχλητικές στα αυτιά τους.
Τόσο ενοχλητικές, που ο Διοικητής νοιώθει ότι απειλείται.
Αν έρθει ο Ιερέας να μεταλάβει τον ασθενή, θα καλέσει την Αστυνομία (!!!).
 
Ο Ιερέας γνωρίζει.
Θα καταφύγει στον Θεό.
 

 
Έργο Θεού επιτελεί∙ τόσο για την αδήριτη ανάγκη της ψυχής αυτής, της ασθενούς, όσο και για την σκληροκαρδία και απιστία της Διοίκησης του Νοσοκομείου, στην περίπτωση αυτή.
Τρέχει.
Παρακαλεί τον Άγιο Νικηφόρο τον Λεπρό, τίμιο λείψανο του οποίου φυλάσσει στην Ενορία του.
Παρακαλεί με θέρμη.
«- Άγιε μου, κανόνισε εσύ. Πήγαινε μπροστά. Κάνε τους αγάλματα. Μην εμποδισθεί η Θεία Κοινωνία, Άγιέ μου. Μαρμάρωσέ τους. Να μεταλάβει η ψυχή, που διακαώς ποθεί τον Χριστό. Αλλά και να μην καταλογισθεί η αμαρτία, σε όσα από άγνοια απαγορεύουν οι αντικείμενοι».
 
~ Κυριακή Βαΐων.
Η Θ. Λειτουργία στο μικρό εκκλησάκι του Αγ. Ηλία, τελειώνει.
Ο Ιερέας λέει στον οδηγό-βοηθό του Χ. που θα τον οδηγήσει στο Νοσοκομείο Κυθήρων, τι πρόκειται να γίνει.
Είναι ο πρώτος, μετά την κ. Κ., που ακούει για το εγχείρημα.
«- Κοίταξε να δεις, του λέει ο Ιερέας. Ανθρωπίνως, οι πόρτες θα είναι κλειστές. Δεν έχουμε πιθανότητες να μπούμε. Υπάρχει μόνο ένα 2% να γίνει θαύμα, και να κυλήσουν όλα καλά. Να είσαι προετοιμασμένος».
«-Πάτερ μου, σε ακολουθώ. Δεν φοβάμαι. Το μόνο που φοβάμαι είναι το ότι θα μπει στο αυτοκίνητο μου ο ίδιος ο Θεός»!
Ο Ιερέας παίρνει στα δυο του χέρια το Δισκοπότηρο καλυμμένο με το κόκκινο μάκτρο.
Καμία άλλη ομιλία, εις το εξής, δεν επιτρέπεται.
Το αυτοκίνητο προχωρά αργά και προσεκτικά.
Ο Ιερέας νοιώθει τον Άγιο Νικηφόρο να προπορεύεται και να ίπταται με τα μαύρα μοναχικά του ράσα να ανεμίζουν.
Με τα σωματικά μάτια ο Ιερέας, δεν βλέπει κάτι.
Τα μάτια της ψυχής όμως, είναι παραπάνω σίγουρα για την παρουσία του Αγίου, και δεν λαθεύουν.
Βεβαιώνουν το γεγονός.
Φθάνουν.
Ο οδηγός παρκάρει το αυτοκίνητο.
Ο Ιερέας συγκεντρωμένος στον στόχο του περπατάει με σταθερά βήματα κρατώντας το Άγιο Δισκοπότηρο.
Ο υπεύθυνος της πύλης κοιτάει απορημένος.
Δεν μιλάει.
Δεν κουνάει.
Μένει εκεί … άγαλμα.
Θα κατηφορίσουν στο μικρό διάδρομο και θα ανέβουν τα σκαλιά για την εξωτερική πόρτα του θαλάμου.
Φθάνουν στην τζαμένια πόρτα.
Δεν έχει προηγηθεί καμία συνεννόηση, δεν γνωρίζει κανείς από το προσωπικό την παρουσία του Ιερέα, την ώρα αυτή.
Ο βοηθός, που παλεύει να κρατήσει αναμμένο το κερί, ρωτάει αμήχανα τι να κάνει.
Ο Ιερέας του κάνει νόημα να χτυπήσει την τζαμένια πόρτα.
Δεν περνούν λίγα δευτερόλεπτα και η πόρτα ανοίγει.
«– Άγγελος Θεού, μας άνοιξε», σκέφτεται ο Ιερέας, και εισέρχεται.
Λίγα βήματα, και μπροστά του η ασθενής.
Το ήσυχο, φωτεινό και γαλήνιο πρόσωπο της ασθενούς δεν προδίδει τίποτε από την κρισιμότητα της υγείας της.
Το ταλαιπωρημένο κορμί της και τα πολλά σωληνάκια γύρω-γύρω μόνο σε προϊδεάζουν.
Ο Ιερέας στέκεται δίπλα της.
Εκείνη ανοίγει τα μάτια.
Κοιτά τον Ιερέα και ανοίγει καλά το στόμα της.

«– Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Α. Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον» και με τρεμάμενο το χέρι, που κρατά την λαβίδα, την κοινωνεί.
Η ασθενής ήσυχα κλείνει το στόμα της και κατόπιν τα μάτια της.
Τόσο απαλά, τόσο ήσυχα, τόσο αθόρυβα.
Σαν μικρό παιδί, που του διέκοψες τον ύπνο για να το ταΐσεις και μετά εκείνο ξανακοιμάται αναπαυμένο στην αγκαλιά της μητέρας του. Αποστολή εξετελέσθη.
Ο Ιερέας με ικανοποίηση και με θαυμασμό για το μεγαλείο της Ιερωσύνης, που φέρει με την Χάρη του Θεού, αναχωρεί.
Πως ένας παντοδύναμος Θεός αξιώνει ένα μικρό άνθρωπο να γίνεται υπηρέτης Του και Υπουργός των Θείων και ανεξιχνίαστων Μυστηρίων Του;
 
Με την δοξολογία στα χείλη, ο Ιερέας, βγαίνει από τον θάλαμο κόβιντ και κατεβαίνει τα σκαλιά.
Σφίγγει γεμάτος χαρά το Δισκοπότηρο, που περιέχει το υπόλοιπο Σώμα και Αίμα του Χριστού, το οποίο θα καταλύσει, όταν φθάσει στο Εκκλησάκι.
Δεν κάνει λίγα βήματα και με την άκρη του ματιού του συλλαμβάνει την φιγούρα, του εφημερεύοντα εκείνη την ημέρα, αγροτικού ιατρού Μ., που από την πρώτη στιγμή ήταν, οριζοντίως και καθέτως, αρνητικός στην προσέλευση του Ιερέα.
Στέκει εκεί στα 2 μέτρα ασάλευτος και αμίλητος.
Άγαλμα.
Ο Ιερέας τον προσπερνά και ανηφορίζει τον στενό διάδρομο. Φθάνουν στην πύλη, όπου δεν συναντούν κανέναν, και επιβιβάζονται στο αυτοκίνητο.
Ο Άγιος Νικηφόρος είχε επιτελέσει το θαύμα του.
Οδήγησε, βοήθησε, άνοιξε διαδρόμους και πόρτες, ώστε η Θ. Κοινωνία να φθάσει στην ψυχή, που ετοιμαζόταν για το ταξίδι της στον ποθούμενο Νυμφίο Χριστό.
Σε Αυτόν που λαχταρούσε από την εδώ ζωή να γευθεί, αλλά… της απαγορευόταν αυστηρά.
Λίγο αργότερα, ο Ιερέας κατέλυσε με προσοχή το Άγιο Δισκοπότηρο. Στην επιστροφή για το σπίτι του, σταμάτησε να ευχαριστήσει τον Άγιο Νικηφόρο, προσκυνώντας το τίμιο λείψανό του.
Ο Άγιος Νικηφόρος ήταν αυτός που τα έφερε όλα εις πέρας.
Φίλε αναγνώστη, εσύ που καλόπιστα διάβασες το παραπάνω αληθινό και πρόσφατο περιστατικό θα ήθελα να σου πω με βεβαιότητα ότι οι Άγιοι είναι ΖΩΝΤΑΝΟΙ και επεμβαίνουν προς το συμφέρον μας, όταν με πίστη ακουμπάμε επάνω τους.
Θα ήθελα, επίσης, να σου πω με βεβαιότητα, ότι τόσο ο ιερός χώρος της Εκκλησίας με τα Ιερά μυστήρια που τελούνται σε αυτόν και τα τίμια λείψανα και τις άγιες εικόνες, που εμπεριέχονται σε αυτόν, αλλά και ο Ιερέας που τελεί αυτά τα άγια Μυστήρια ΜΟΝΟ Χάρη Θεού, Αγιασμό και την Ευλογία του Θεού μεταδίδει, και τίποτε άλλο.
Τελειώνοντας να σημειώσω ότι ακολούθησε μια υπέροχη Μεγάλη Εβδομάδα, και μια πανευφρόσυνη Ανάσταση.
Όσον αφορά την ασθενή αυτή, την Μεγάλη Δευτέρα, μια μέρα αφότου δηλαδή κοινώνησε, έχασε την επαφή της με τον εδώ κόσμο.
Ο Θεός διάλεξε να την πάρει κοντά Του μετά από μια εβδομάδα, δηλ. την χαρμόσυνη Αναστάσιμη ημέρα της Κυριακής.
Ας είναι αιωνία η μνήμη της.
Οι πρεσβείες του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού, ας συντροφεύουν όλους μας και ας μας χαρίζουν, κυρίως, την πνευματική υγεία…
 
[…] παπα-Παύλος Καλλίκας
Εφημέριος Καρβουνάδας και Κεραμωτού

 

Πηγή

Γιατί η Ανάσταση έφερε χαρά σε όλο τον κόσμο;

 
Χριστός ανέστη! Η ανάσταση του Χριστού μας μαρτυρεί σαφώς, ότι η επαγγελμένη σωτηρία του κόσμου ολοκληρώθηκε. Η χάρις έλαμψε. Ο Χριστός πέθανε επάνω στον Σταυρό, θυσία και προσφορά υπέρ των αμαρτιών μας.
 Έτσι σήμερα όπως άνοιξε ο Ζωοδόχος Τάφος του Σωτήρος, έτσι άνοιξε και ο ως σήμερα κλεισμένος παράδεισος, η Βασιλεία των Ουρανών, που η αμαρτία των προπατόρων και οι δικές μας είχαν καταστήσει απρόσιτη σε μας.
Κανείς δεν πρέπει πλέον να απελπίζεται. Με πίστη και ελπίδα πρέπει να προσεγγίζωμε τον Ελεήμονα Κύριό μας, με την βεβαιότητα, ότι θα μας δεχθή, όπως δέχθηκε τον τελώνη, τον ληστή, την πόρνη.
 
Η ανάσταση του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού είναι πηγή χαράς. Αληθινής χαράς. Για κοιτάξετε, πόσο φως ρίχνει στα μυστήρια της ζωής, πόσο φωτίζει καρδιά και διάνοια.

Η ανάσταση του Χριστού είναι εγγύηση ότι και μεις θα αναστηθούμε. Είναι ένας αρραβώνας. Η πίστη μας στην ανάσταση του Χριστού είναι μία μνηστεία. Η μνηστεία μας με την αιώνια ζωή. Τώρα ο αρραβώνας μας. Στην Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας θα γίνη ο γάμος. «ο πιστεύων εις εμέ, κάν αποθάνη, ζήσεται», είπε ο Κύριος (Ιωάν. 11, 26). Ο Χριστός έκαμε την αρχή. Θα ακολουθήσωμε. «απαρχή Χριστός, έπειτα οι Χριστού», λέγει ο άγιος απόστολος Παύλος (Α΄ Κορ. 15, 23).
 
Πόσο θλιβερή θα ήταν η ζωή μας χωρίς την πίστη και την ελπίδα της αναστάσεώς μας! Τι είναι ο τάφος χωρίς την ελπίδα της αναστάσεως! Σκοτάδι. Απελπισία. Πίκρα. Απογοήτευση. Τι δίνει η ανάσταση του Χριστού; Χαρά. Ελπίδα. Φως. Θάρρος. Ενθουσιασμό. Πόσο δίκιο έχουν οι Πατέρες μας, που ύμνησαν τον αναστάντα Σωτήρα Χριστό με τα λόγια: «Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τώ προϊόντι Χριστώ εκ του μνήματος, ως νυμφίω. Και συνεορτάσωμεν ταίς φιλεόρτοις τάξεσι Πάσχα Θεού το σωτήριον».
 
Τώρα είμαστε στον δρόμο. Βαδίζομε για την αιώνια ζωή. Εδώ είμαστε ξένοι και πάροικοι. Εδώ είναι τόπος ετοιμασίας. Πατρίδα μας είναι η άνω Ιερουσαλήμ, η Εκκλησία των πρωτοτόκων. Εδώ σπέρνομε. Εδώ εργαζόμαστε εν ιδρώτι του προσώπου μας. Θλιβόμεθα. Κοπιάζομε. Τους καρπούς θα τους δρέψωμε εις «τας αιωνίους μονάς», στον Παράδεισο. Φαίνεται, πως η ζωή στην γη περνάει τόσο γοργά, σαν χείμαρρος. Σβήνει πριν προφθάσεις να την καταλάβεις. Πριν την γευθείς. Και όμως. Για όσους πιστεύουν στην ανάσταση του Κυρίου, η γαλήνη και η παρηγοριά της γλυκιάς χαραυγής της κοινής αναστάσεως της αιωνίου ζωής φωτίζει και τις καρδιές και τις διάνοιες και τα ζοφερά σκοτάδια, που απλώνει γύρω τους η παγωνιά της αποστασίας και της σαρκολατρικής ζωής! Όποιος πιστεύει στον Χριστό και στην Ανάστασή Του, ξέρει, ότι οι δίκαιοι την ημέρα της κοινής αναστάσεως θα λάμψουν σαν τον ήλιο και θα είναι ένδοξοι σαν θεοί.
 
Γι’ αυτό στον ωραίο του λόγο για την ανάσταση, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερωτά: «Πού σου θάνατε, το κέντρον», δηλ. το δηλητήριο, το φαρμάκι σου; Έσβησε. Εχάθη. Ως την ανάσταση του Χριστού η πίκρα ήταν δική μας. Τώρα η πίκρα είναι του άδη, δηλ. του διαβόλου. Με την ανάσταση του Χριστού ο άδης πικράθηκε. Πικράθηκε, γιατί καταργήθηκε. Πικράθηκε, γιατί ενεπαίχθη! Πικράθηκε! Πικράθηκε! “ιδού γάρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τώ κόσμω”. Φωτίζου, Φωτίζου λοιπόν, η νέα Ιερουσαλήμ.

Πώς μετά από αυτά να μην γεμίζει χαρά το στόμα μας και ευφροσύνη η καρδιά μας, όταν έστω και αμαρτωλοί, ψάλλωμε το: Χριστός ανέστη;…
 
… Ναι, αδελφοί. Πρέπει να χαίρωμε. Να χαίρωμεν όλοι. Να σκιρτάμε από χαρά ολόκληροι.

Και χαίροντες, πρέπει να ευχαριστούμε τον Κύριο. Να υμνολογούμε τον Αίτιον της Αναστάσεως, τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων Θεόν, τον υπερένδοξον Ιησούν Χριστόν, δια το μέγα και άπειρον έλεός Του.

Και να υμνούμε την Ανάστασή Του.

Και με πίστη ορθή, με αγάπη θερμή, με ελπίδα ακλινή, με το βλέμμα στραμμένο στου Χριστού την μορφή, εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας, με καρδιά που πιστεύει ακράδαντα και χείλη που ομολογούν χωρίς δισταγμούς, να ψάλλωμε το, ακόμη και για τους αγγέλους, γλυκύτατο μελώδημα της Εκκλησίας μας, το Χριστός ανέστη.
 
Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, «Δίψα για Ζωή».
 
Πηγή: